Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Σκοτεινή Ύλη ή Νετρόνια;

Η Σκοτεινή Ύλη αποτελεί μια επινόηση για να δικαιολογηθεί η δυναμική συμπεριφορά των γαλαξιών. Πλήθος ερευνών σημαντικών επιστημονικών ομάδων σε πολλά εργαστήρια όλου του πλανήτη, επιχειρούν να ανακαλύψουν στοιχεία που θα βοηθήσουν στον προσδιορισμό αυτής της μυστηριώδους (ακόμη) οντότητας. Ωστόσο μέχρι τώρα δεν υπήρξε κανένας απευθείας εντοπισμός της.

Ένα από τα πειράματα που ασχολούνται με τον εντοπισμό της Σκοτεινής Ύλης είναι και το πείραμα DAMA/LIBRA στην Ιταλία, το οποίο αναζητά σωμάτια της οντότητας αυτής που να αλληλεπιδρούν με τη συνηθισμένη ύλη. Το πείραμα εστιάζει στη μέτρηση ετησίων διαμορφώσεων στη ροή της Σκοτεινής Ύλης που προκαλείται από τη συνδυασμένη κίνηση της Γης γύρω από τον Ήλιο και από την κίνηση του Συστήματος μέσα στο Ηλιακού Γαλαξία.  Οι ερευνητές παρατήρησαν μια παροδική μεταβολή στα δεδομένα τους, όπως αναμένονταν εάν τα σήματα υπήρχαν εξαιτίας των σωματίων Σκοτεινής Ύλης, που προέρχονται από την άλω σκοτεινής ύλης του Γαλαξία μας.

Στη δημοσίευση για το εύρημα από την επεξεργασία των δεδομένων του πειράματος DAMA/LIBRA, η ερμηνεία που τα συνέδεε με τη Σκοτεινή Ύλη απαιτούσε την ύπαρξη ενός σωματίου αλληλεπίδρασης του οποίου τα χαρακτηριστικά, όπως  η μάζα, αποκλείονταν από άλλα πειράματα. Αυτό το γεγονός οδήγησε τον Jonathan Davis, από το πανεπιστήμιο Durham του Ενωμένου Βασιλείου, να προτείνει μια εναλλακτική εξήγηση για το σήμα που παρατηρήθηκε στο πείραμα DAMA/LIBRA.

Οι υπολογισμοί του Davis έδειξαν ότι το συνδυασμένο αποτέλεσμα των ηλιακών νετρίνων και των ατμοσφαιρικών μυονίων θα μπορούσε να ευθύνεται για το σήμα: Τα νετρίνα και τα μυόνια καθώς αλληλεπιδρούν με το προστατευτικό περίβλημα και τους γύρω βράχους μπορούν να απελευθερώσουν νετρόνια. Αυτά με τη σειρά τους αλληλεπιδρούν με βαρείς πυρήνες για να παράγουν τα παρατηρούμενα γεγονότα που μοιάζουν με αυτά που προέρχονται από τις αλληλεπιδράσεις της Σκοτεινής Ύλης. Η σχετική μελέτη δημοσιεύθηκε στο Physical Review Letters.

Διεύθυνση: http://journals.aps.org/prl/abstract/10.1103/PhysRevLett.113.081302

Πηγή: APS

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

Αναπροσαρμόζεται η μάζα του top quark

Ερευνητές στο Fermilab προσδιόρισαν μια νέα τιμή για τη μάζα του top quark, του «βαρύτερου» από τα έξι γνωστά quarks. Όπως περιγράφεται στο Physical Review Letters το top quark έχει μάζα γύρω στα 174,98 γιγαηλεκτρονιοβόλτ (GeV) με μια συνολική αβεβαιότητα του 0,43%, η πιο ακριβής τιμή που αναφέρεται βασιζόμενη σε μια απλή μέτρηση. Ο προσδιορισμός της μάζας του top quark θεωρείται ένα από τα καλύτερα tests του Καθιερωμένου Προτύπου (standard model) της σωματιδιακής φυσικής, έτσι ακόμη και μια μικρή βελτιστοποίηση της τιμής που μετριέται μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιοριστούν ή να απορριφθούν θεωρίες της νέας φυσικής.

Το top quark ανακαλύφθηκε το 1995 από φυσικούς που εργάζονταν στον επιταχυντή σωματίων Tevatron του Fermilab και υπολογίστηκε πως έχει μάζα περίπου 200 φορές μεγαλύτερη από τη μάζα του πρωτονίου. Σύμφωνα με το Καθιερωμένο Πρότυπο η μάζα του μποζόνιου W σχετίζεται με τη μάζα του top quark και του μποζόνιου Higgs, έτσι ακριβείς μετρήσεις αυτών των σωματίων παρείχαν ένα συνεπή τρόπο ελέγχου της υπάρχουσας θεωρίας.

Παρόλο που η λειτουργία του Tevatron σταμάτησε το 2011, ερευνητές του πειράματος D0 κατάφεραν να αναλύσουν ένα μεγάλο σύνολο από δεδομένα που συλλέχθηκαν την προηγούμενη περίοδο, για να προσδιορίσουν μια περισσότερο ακριβή τιμή για τη μάζα του top quark. Τα δεδομένα προέρχονται από συγκρούσεις πρωτονίων-αντιπρωτονίων που παρήγαγαν ζεύγη από top quarks, τα οποία τελικά διασπόνται σε λεπτόνια (όπως ηλεκτρόνια ή μιόνια) και πολλαπλούς «πίδακες» quarks. Όπως και στις προηγούμενες μετρήσεις, οι ερευνητές του πειράματος D0 ανάλυσαν τις ορμές αυτών των λεπτονίων και των πιδάκων για να προσδιορίσουν τη μάζα του top quark. Όμως, αυτή τη φορά, εξέτασαν μεγαλύτερο από διπλάσιο αριθμό των αρχικών συγκρούσεων και εφάρμοσαν νέες προηγμένες μεθόδους ανάλυσης για να μειώσουν τις αβεβαιότητες. Η τιμή που αναφέρουν για τη μάζα του top quark είναι περίπου 1,6 GeV (1%) υψηλότερη από την τρέχουσα τιμή του παγκόσμιου μέσου όρου και-αν και βασίζεται σε μια μέτρηση-έχει παρόμοια αβεβαιότητα.

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Τα γλουόνια συνεισφέρουν στο spin του πρωτονίου

Το spin του πρωτονίου διαμορφώνεται από τα συστατικά που το αποτελούν, τα quarks και τα  γλουόνια (gluons). Απροσδόκητα, σε πειράματα το 1980, αποκαλύφθηκε ότι η συνεισφορά από τα εγγενή spins των quarks ήταν μικρή. Αυτή η «κρίση του spin του πρωτονίου», όπως ονομάστηκε, παρέμενε άλυτη. Όμως μια νέα ενδελεχής ανάλυση δεδομένων από τη διασπορά των πρωτονίων, αποκάλυψε το πρώτο καθαρό στοιχείο ότι η πόλωση του spin του γλουονίου δεν είναι μηδέν. Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο Physical Review Letters, φανερώνουν ότι τα γλουόνια μπορεί να έχουν σημαντικό ρόλο στο spin του πρωτονίου.

Το πρωτόνιο είναι ένα σωμάτιο με spin ½ που διαμορφώνεται από τα τρία quarks που συγκρατούνται από τα γλουόνια, τα οποία είναι οι φορείς της ισχυρής πυρηνικής δύναμης. Τα quarks έχουν spin ½ και έτσι οι φυσικοί αρχικά υπέθεσαν ότι δυο από τα quarks βρισκόταν σε αντίθετη διευθέτηση, με αποτέλεσμα να ακυρώνονται τα δυο spins και έτσι καθώς το άλλο βρίσκεται μόνο του έδινε το spin στο πρωτόνιο. Ωστόσο, σε μετρήσεις σε συγκρούσεις μιονίων-πρωτονίων, βρέθηκε ότι μόνο το ¼ από το spin του πρωτονίου προέρχεται από τα spins των quarks. Το υπόλοιπο πρέπει να προέρχεται από τα spins των γλουονίων και (ή) τις τροχιακές κινήσεις των quarks και των γλουονίων το «εσωτερικό» του πρωτονίου.

Για να προσδιορίσουν τη συνεισφορά από τα γλουόνια, τα οποία έχουν spin 1, οι φυσικοί μέτρησαν την πιθανότητα ένα γλουόνιο με ορισμένη ορμή να ευθυγραμμίζεται ή να πολώνεται σε σχέση με το spin του πρωτονίου. Σε προηγούμενες παρατηρήσεις συγκρούσεων μεταξύ πρωτονίων, στον Σχετικιστικό Συγκρουστήρα Βαρέως Ιόντος (Relativistic Heavy Ion Collider-RHIC), βρέθηκε η πόλωση γλουονίων για μέτριες τιμές ορμών να είναι κοντά στο μηδέν. Ωστόσο, χρησιμοποιώντας πρόσφατα δεδομένα από τον RHIC, ο Daniel de Florian από το Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες στην Αργεντινή και οι συνάδελφοί του βρήκαν μη-μηδενική πόλωση γλουονίων. Χρειάζονται ακόμη περισσότερα δεδομένα στις χαμηλές ορμές αλλά η πρόσφατη καλή εφαρμογή των δεδομένων οδηγεί στην πρόταση ότι το μισό του spin του πρωτονίου προέρχεται από τα spins των γλουονίων.

Περίληψη του άρθρου και σχετικά γραφήματα, στη διεύθυνση: http://journals.aps.org/prl/abstract/10.1103/PhysRevLett.113.012001

Πηγή: APS

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Οι εκρήξεις των ακτίνων γάμμα οδηγούν την έρευνα για τα βαρυτικά κύματα

Τα βαρυτικά κύματα (Gravitational waves-GWs)-οι ρυτιδώσεις στο χωρόχρονο που πρόβλεψε ο Einstein-ποτέ δεν παρατηρήθηκαν απευθείας. Η ανίχνευσή τους είναι περίπλοκη εξ αιτίας του γεγονότος ότι τα GWs θα έχουν μια εξαιρετικά μικρή επίδραση στους ανιχνευτές και αυτό επειδή οι πλέον υποσχόμενες πηγές τους (όπως οι μαύρες τρύπες ή τα ζεύγη των άστρων νετρονίων) είναι τόσο μακριά από τη Γη που το πλάτος των κυμάτων θα είναι εξαιρετικά μικρό όταν θα φτάνουν σε μας.

Για να αντιμετωπίσουν αυτή την πρόκληση, οι ερευνητές ανάπτυξαν υπερευαίσθητα, βασισμένα σε laser, συμβολόμετρα που θα ανιχνεύσουν το πέρασμα ενός GW μετρώντας τις υπερβολικά μικρές διαφορές μήκους μεταξύ δυο γιγαντιαίων (κλίμακας χιλιομέτρου) κάθετων βραχιόνων του συμβολόμετρου. Καθώς οι ταυτόχρονες μετρήσεις από διαφορετικούς ανιχνευτές που βρίσκονται σε μακρινές αποστάσεις μεταξύ τους είναι ο καλύτερος τρόπος να αποκλειστούν τα λάθος σήματα, δυο μεγάλες διεθνείς συνεργασίες-το Laser Interferometer Gravitational-Wave Observatory (LIGO), με παρατηρητήρια σε Louisiana και Washington και το Virgo, ένα συμβολόμετρο laser για την ανίχνευση βαρυτικών κυμάτων που λειτουργεί στην Ιταλία-συνεργάστηκαν μεταξύ τους για την έρευνα. Οι ερευνητές συγχρόνισαν τις έρευνές τους με το χρόνο άφιξης των εκρήξεων ακτίνων γάμμα (gamma-ray bursts-GRBs), που συνδέονται με ορισμένα αστρονομικά γεγονότα τα οποία θεωρούνται ότι απελευθερώνουν βαρυτικά κύματα. Τα δεδομένα των GRBs παρέχονται από το διαπλανητικό δίκτυο (InterPlanetary Network) δορυφόρων και άλλων διαστημοσυσκευών.

Ξεκινώντας το 2005, οι δυο ερευνητικές ομάδες μελέτησαν για πέντε χρόνια 508 GRBs-την πιο εκτενή μέχρι σήμερα αναζήτηση, βασισμένη στα GRBs, με διπλάσια, συγκρινόμενη με τις προηγούμενες έρευνες, βελτίωση της στατιστικής των σημάτων. Αλλά, στο πλαίσιο της ευαισθησίας των ανιχνευτών τους, δεν παρατήρησαν βαρυτικά κύματα. Σύμφωνα με τα δεδομένα τους, οι πηγές των GRBs που παρατηρήθηκαν ήταν πολύ μακριά για να παράγουν ανιχνεύσιμα GWs. Όμως η ανάλυση των ευρημάτων αφήνει περιθώρια ελπίδας. Με πηγές βαρυτικών κυμάτων σε συγκρίσιμες αποστάσεις, σχεδιασμένες βελτιώσεις στους ανιχνευτές των LIGO και Virgo θα δώσουν στους ερευνητές μια ευκαιρία να επισημανθούν τα «άπιαστα» κύματα όταν οι ερευνητικές ομάδες αρχίσουν να συλλέγουν δεδομένα και πάλι το 2015.

Περίληψη της εργασίας στο: http://journals.aps.org/prl/abstract/10.1103/PhysRevLett.113.011102

Πηγή: APS

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Μπορεί το μποζόνιο Higgs να είχε αναγκάσει το Σύμπαν να καταρρεύσει; Ευρήματα ερευνών προβληματίζουν.

Βρετανοί κοσμολόγοι σε κρίση: Προβλέπουν ότι το Σύμπαν δεν πρέπει να έχει διαρκέσει για περισσότερο από ένα δευτερόλεπτο. Αυτό το τρομερό συμπέρασμα είναι το αποτέλεσμα του συνδυασμού των νεότερων παρατηρήσεων του ουρανού με την πρόσφατη ανακάλυψη του μποζόνιου Higgs.

Μετά την αρχή (;) του Σύμπαντος με τη Μεγάλη Έκρηξη (Big Bang), θεωρείται ότι υπήρξε μια σύντομη περίοδος απίστευτα γρήγορης διαστολής του, γνωστής ως «κοσμικός πληθωρισμός». Παρόλο που οι λεπτομέρειες αυτής της διαδικασίας δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητές, οι κοσμολόγοι είναι σε θέση να κάνουν προβλέψεις για το πώς αυτός θα μπορούσε να επιδράσει στο Σύμπαν που βλέπουμε σήμερα.

Το Μάρτιο του 2014, ερευνητές από τη συνεργασία BICEP2 (Background Imaging of Cosmic Extragalactic Polarization) ισχυρίστηκαν ότι έχουν ανιχνεύσει μια από αυτές τις επιδράσεις που έχουν προβλεφθεί. Αν είναι αλήθεια, τα αποτελέσματά τους είναι μια σημαντική πρόοδος για την κατανόηση της κοσμολογίας και επιβεβαίωση της υπόθεσης του πληθωρισμού, αλλά έχουν αμφισβητηθεί και δεν είναι πλήρως αποδεκτά από τους κοσμολόγους.

Σε μια νέα μελέτη επιστήμονες από το King's College London (KCL) ερεύνησαν τι σημαίνουν για τη σταθερότητα του Σύμπαντος οι παρατηρήσεις του (πειράματος) BICEP2. Για να το κάνουν αυτό συνδύασαν τα αποτελέσματα με σύγχρονα επιτεύγματα της σωματιδιακής φυσικής. Με την ανίχνευση του μποζόνιου Higgs που ανακοινώθηκε το Ιούλιο του 2012 και από τότε πολλά έχουν γίνει γνωστά για τις ιδιότητές του.

Μετρήσεις του μποζόνιου Higgs επέτρεψαν στους σωματιδιακούς φυσικούς να παρουσιάσουν ότι το Σύμπαν μας βρίσκεται σε μια κοιλάδα του «πεδίου Higgs», το οποίο περιγράφει τον τρόπο που τα άλλα σωμάτια αποκτούν μάζα. Ωστόσο υπάρχει μια διαφορετική, βαθύτερη, κοιλάδα η οποία είναι πολύ βαθύτερη αλλά το Σύμπαν μας εμποδίζεται από την πτώση μέσα της, από ένα ευρύ ενεργειακό εμπόδιο.

Το πρόβλημα είναι ότι τα αποτελέσματα του BICEP2 προβλέπουν ότι το Σύμπαν θα είχε δεχθεί δυνατές «κλωτσιές» κατά τη διάρκεια της φάσης του κοσμικού πληθωρισμού που θα το ωθούσαν, μέσα σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, στην άλλη κοιλάδα του πεδίου Higgs. Εάν αυτό συνέβαινε το Σύμπαν θα είχε καταρρεύσει ταχύτατα σε μια Μεγάλη Σύνθλιψη.

«Είναι μια μη αποδεκτή πρόβλεψη της θεωρίας επειδή εάν αυτό συνέβαινε δεν θα ήμασταν εδώ για να το συζητάμε» δήλωσε ο επικεφαλής της έρευνας, «ίσως τα αποτελέσματα του BICEP2 περιέχουν κάποιο σφάλμα. Αν όχι θα πρέπει να υπάρχει κάποια άλλη-άγνωστη ακόμα-διαδικασία η οποία εμποδίζει το Σύμπαν από την κατάρρευση. Αν τα αποτελέσματα του BICEP2 παρουσιάζονται σωστά, μας λένε ότι υπάρχει μια νέα σωματιδιακή φυσική πέρα από το Καθιερωμένο Πρότυπο (standard model)».

Πηγή: Royal Astronomical Society (RAS)

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Βρέθηκαν στοιχεία απευθείας διάσπασης του μποζόνιου Higgs σε φερμιόνια

Για πρώτη φορά επιστήμονες από το πείραμα CMS στον LHC του CERN πέτυχαν στα ευρήματα στοιχεία διάσπασης του μποζόνιου Higgs σε δυο φερμιόνια. Προηγουμένως το σωμάτιο Higgs μπορούσε να ανιχνευθεί μόνο δια μέσου της διάσπασης σε δυο μποζόνια. Από τους επιστήμονες θεωρείται πως αυτό είναι ένα κύριο βήμα «εμπρός», επειδή σύμφωνα με τον καθηγητή Vincenzo Chiochia του Ινστιτούτου Φυσικής της Ζυρίχης, «τώρα γνωρίζουμε ότι το σωμάτιο Higgs μπορεί να διασπαστεί και στα δυο, μποζόνια και φερμιόνια, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να αποκλειστούν ορισμένες υποθέσεις που προβλέπουν ότι το σωμάτιο Higgs δεν οδηγεί σε φερμιόνια». Ως ομάδα στοιχειωδών σωματίων τα φερμιόνια συγκροτούν την ύλη, ενώ τα μποζόνια δρουν ως φορείς αλληλεπιδράσεων μεταξύ των φερμιονίων.

Σύμφωνα με το Καθιερωμένο Πρότυπο (Standard model) της σωματιδιακής φυσικής, η ένταση της αλληλεπίδρασης μεταξύ των φερμιονίων και του πεδίου Higgs πρέπει να είναι ανάλογη με τη μάζα τους. «Αυτή η πρόβλεψη επιβεβαιώθηκε», δήλωσε ο Chiochia, «μια ισχυρή ένδειξη ότι το σωμάτιο που ανακαλύφθηκε το 2012 πραγματικά συμπεριφέρεται όπως προτείνεται από τη θεωρία για το σωμάτιο Higgs».

Οι ερευνητές ανάλυσαν τα δεδομένα που συνέλεξαν στο LHC μεταξύ των ετών 2011 και 2012, συνδυάζοντας τις διασπάσεις του Higgs σε bottom quarks και tau leptons, και τα δυο να ανήκουν στην ομάδα των φερμιονίων. Τα αποτελέσματα αποκαλύπτουν ότι μια συσσώρευση από αυτές τις διασπάσεις συμβαίνει σε ένα σωμάτιο Higgs με μάζα κοντά στα 125 GeV (γιγα-ηλεκτρονιοβόλτ) με στατιστική σημαντικότητα των 3,8 σ. Αυτό σημαίνει ότι η πιθανότητα να οφείλεται μόνο στη διακύμανση του υποβάθρου είναι περίπου μια στις 14000. Στη σωματιδιακή φυσική μια ανακάλυψη κρίνεται ότι επιβεβαιώνεται από μια σημαντικότητα 5σ.

Τρεις διαφορετικές διαδικασίες μελετήθηκαν όταν οι ερευνητές ανάλυσαν τις διασπάσεις του Higgs σε ταυ σωμάτια. Επειδή το σωμάτιο Higgs έχει εξαιρετικά σύντομο χρόνο «ζωής», δεν μπορεί να ανιχνευτεί απευθείας, αλλά μάλλον μόνο μέσω των προϊόντων των διασπάσεων. Τα bottom quarks και τα ταυ έχουν ωστόσο αρκετά μακρύ χρόνο «ζωής» για να μετρηθούν απευθείας στον ανιχνευτή του πειράματος CMS.

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Η οικογενειακή βία αφήνει γενετικά αποτυπώματα στα παιδιά

Είναι κοινός τόπος και έχει επανειλημμένα καταγραφεί, κυρίως από όσους ασχολούνται με την ψυχική υγεία των νέων, ότι η οικογενειακή βία έχει σοβαρές επιπτώσεις την ανάπτυξη των παιδιών. Αυτός ο «κοινός τόπος» επιβεβαιώνεται πλέον από το σημαντικό εύρημα ότι η βία έχει επιπτώσεις στο ίδιο το DNA των παιδιών που υφίστανται ή ζουν σε περιβάλλον που υπάρχει βία.

Τα ευρήματα μιας νέας μελέτης που έγινε στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Tulane, ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο στη Νέα Ορλεάνη, δείχνουν ότι τα παιδιά από διαλυμένες οικογένειες από οικογενειακή βία ή τραυματισμό, είναι περισσότερο πιθανό ότι θα εμφανίσουν σημάδια φθοράς στο DNA τους.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι παιδιά από οικογένειες που επηρεάζονται από βία, αυτοκτονία ή φυλάκιση ενός μέρους της έχουν σημαντικά πιο κοντά τελομερή (κυτταρικός δείκτης γήρανσης) από εκείνα που ζουν σε ένα σταθερό οικογενειακό περιβάλλον. Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν on line στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Pediatrics.

Τα τελομερή είναι καλύμματα στις άκρες των χρωμοσωμάτων που τα συντηρεί από συρρίκνωση όταν τα κύτταρα αναπαράγονται. Κοντύτερα τελομερή συνδέονται με υψηλότερο ρίσκο για καρδιακές ασθένειες, παχυσαρκία, γνωστική απόκλιση, διαβήτη, νοητική ασθένεια και φτωχά αποτελέσματά στην τομέα της υγείας κατά την ενηλικίωση. Οι ερευνητές πήραν γενετικά δείγματα από 80 παιδιά της Νέας Ορλεάνης, ηλικιών από 5 μέχρι 15 χρονών και πήραν συνεντεύξεις από τους γονείς  σχετικά με τα οικογενειακά τους περιβάλλοντα  και την έκθεση σε δυσμενή γεγονότα στη ζωή τους.

Όπως δήλωσε η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Dr. Stacy Drury, διευθύντρια του Behavioral and Neurodevelopmental Genetics Laboratory στο πανεπιστήμιο Tulane: «Τα επίπεδα άγχους της οικογένειας, όπως η παρουσία στον τραυματισμό ενός μέλους της, διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον που επιδρά στο DNA μέσα στα κύτταρα των παιδιών. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των εκθέσεων αυτών των παιδιών κατά τη διάρκεια της ζωής τους, τόσο πιο κοντά ήταν τα τελομερή τους και αυτά παρατηρήθηκαν μετά από τον έλεγχο πολλών άλλων παραγόντων, όπως η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, η εκπαίδευση της μητέρας, η ηλικία των γονέων και η ηλικία του παιδιού.»

Η μελέτη βρήκε ότι το φύλο μετριάζει την επίδραση της οικογενειακής αστάθειας. Τραυματικά οικογενειακά γεγονότα ήταν περισσότερο επιβλαβή στα νέα κορίτσια που έχουν περισσότερες πιθανότητες να έχουν κοντύτερα τελομερή. Υπήρξε επίσης ένα φαινόμενο, που προκάλεσε έκπληξη, προστασίας για τα αγόρια: Μητέρες οι οποίες είχαν υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης είχαν μια θετική συσχέτιση με το μήκος του τελομερούς, αλλά μόνο σε αγόρια κάτω των 10.

Εν κατακλείδι, η μελέτη υποστηρίζει ότι το οικογενειακό περιβάλλον είναι ένας σημαντικός στόχος για παρέμβαση, ώστε να μειωθούν οι βιολογικές επιδράσεις των αντιξοοτήτων στις ζωές των μικρών παιδιών.